le surveillant
Pronunciation
/syʁvɛjˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "surveillant"στα γαλλικά

Le surveillant
[gender: masculine]
01

επιστάτης, φύλακας

personne qui surveille ou contrôle un lieu, comme une prison ou un établissement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
surveillants
Παραδείγματα
La surveillante de la prison escorte les prisonnières dans la cour.
Η επιτηρήτρια της φυλακής συνοδεύει τις γυναίκες κρατούμενες στην αυλή.
02

επιτηρητής, επόπτης

personne qui supervise ou contrôle un lieu, comme une école
Παραδείγματα
Le surveillant est responsable de la sécurité de l' école.
Ο επιτηρητής είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια του σχολείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store