le surf
surf
sœʁf
soerf

Ορισμός και σημασία του "surf"στα γαλλικά

01

σέρφινγκ, κυματοδρομία

sport de glisse qui consiste à se tenir debout sur une planche et à glisser sur les vagues 
le surf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
surfs
Παραδείγματα
Le surf est très pratiqué à Hawaï. 

Το σέρφινγκ ασκείται πολύ στη Χαβάη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store