surexposé
sur
sʏʁ
sur
ex
ɛks
eks
posé
poze
poze
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "surexposé"στα γαλλικά

surexposé
01

υπερεκτεθειμένος, υπερεκτεθειμένη

photo ou image qui a reçu trop de lumière, donc trop claire 
surexposé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus surexposé
συγκριτικός βαθμός
plus surexposé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
surexposé
αρσενικό πληθυντικό
surexposés
θηλυκό ενικό
surexposée
θηλυκό πληθυντικό
surexposées
Παραδείγματα
La photo est surexposée, on ne voit plus les détails. 

Η φωτογραφία είναι υπερβολικά εκτεθειμένη, οι λεπτομέρειες δεν είναι πλέον ορατές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store