Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surestimer
01
υπερεκτιμώ, υπερτιμώ
attribuer une importance excessive à des qualités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surestime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surestimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surestimerai
ενεστώτα μετοχή
surestimant
παθητική μετοχή
surestimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surestimions
Παραδείγματα
Ce système est largement surestimé.
02
υπερεκτιμώ, υπερτιμώ
estimer quelque chose au-delà de sa valeur réelle
Παραδείγματα
Nous avons surestimé nos capacités de production.
Υπερεκτιμήσαμε τις δυνατότητες παραγωγής μας.



























