Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suffire
01
αρκώ, είμαι αρκετός
être assez pour ce qui est nécessaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suffis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
suffisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
suffirai
ενεστώτα μετοχή
suffisant
παθητική μετοχή
suffi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
suffisions
Παραδείγματα
Une heure ne suffit pas pour finir ce travail.
Μια ώρα δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί αυτή η εργασία.
02
αυτάρκης, αυτάρκεια
avoir tout ce qu'il faut pour vivre ou fonctionner sans aide extérieure
Παραδείγματα
Il vit seul et se suffit à lui-même.
Ζει μόνος και ικανοποιείται με τον εαυτό του.



























