suffire
su
sy
sy
ffire
fiʁ
fir
suffixe

Ορισμός και σημασία του "suffire"στα γαλλικά

suffire
01

αρκώ, είμαι αρκετός

être assez pour ce qui est nécessaire 
suffire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suffis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
suffisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
suffirai
ενεστώτα μετοχή
suffisant
παθητική μετοχή
suffi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
suffisions
Παραδείγματα
Une heure ne suffit pas pour finir ce travail. 

Μια ώρα δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί αυτή η εργασία.

02

αυτάρκης, αυτάρκεια

avoir tout ce qu'il faut pour vivre ou fonctionner sans aide extérieure 
suffire definition and meaning
Παραδείγματα
Il vit seul et se suffit à lui-même. 

Ζει μόνος και ικανοποιείται με τον εαυτό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store