le stéthoscope
sté
ste
ste
thos
tɔs
taws
cope
kɔp
kawp
stéréoscope

Ορισμός και σημασία του "stéthoscope"στα γαλλικά

Le stéthoscope
01

στηθοσκόπιο, ακουστικό ιατρικό

instrument médical utilisé pour écouter les sons internes du corps, comme le cœur ou les poumons 
le stéthoscope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
stéthoscopes
Παραδείγματα
Le médecin utilise un stéthoscope pour ausculter le patient. 

Ο γιατρός χρησιμοποιεί ένα στηθοσκόπιο για να ακούσει τον ασθενή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store