Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupide
01
ηλίθιος, ανόητος
qui est bête, idiot ou incapable de réfléchir avec logique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stupide
συγκριτικός βαθμός
plus stupide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stupide
αρσενικό πληθυντικό
stupides
θηλυκό ενικό
stupide
θηλυκό πληθυντικό
stupides
Παραδείγματα
Il est trop stupide pour comprendre ce qu'on lui explique.
Είναι πολύ ηλίθιος για να καταλάβει τι του εξηγείται.
02
ανόητος, γελοίος
qui est insensé, ridicule ou dénué de bon sens
Παραδείγματα
Quelle idée stupide de partir sans carte !
Τι ηλίθια ιδέα να φύγεις χωρίς χάρτη!



























