stupide
Pronunciation
/stypid/

Ορισμός και σημασία του "stupide"στα γαλλικά

01

ηλίθιος, ανόητος

qui est bête, idiot ou incapable de réfléchir avec logique
stupide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stupide
συγκριτικός βαθμός
plus stupide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stupide
αρσενικό πληθυντικό
stupides
θηλυκό ενικό
stupide
θηλυκό πληθυντικό
stupides
Παραδείγματα
Ils pensent que les gens pauvres sont stupides, c' est honteux.
Νομίζουν ότι οι φτωχοί άνθρωποι είναι ηλίθιοι, αυτό είναι ντροπιαστικό.
02

ανόητος, γελοίος

qui est insensé, ridicule ou dénué de bon sens
stupide definition and meaning
Παραδείγματα
Il a pris une décision stupide sous la pression.
Πήρε μια ηλίθια απόφαση υπό πίεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store