Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupéfait
01
κατάπληκτος, έκθαμβος
très surpris ou choqué au point d'être sans voix
Παραδείγματα
Il est resté stupéfait devant l' ampleur du projet.
Παραμένει κατάπληκτος μπροστά στο μέγεθος του έργου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κατάπληκτος, έκθαμβος