stupéfait
Pronunciation
/stypefˈɛ/

Ορισμός και σημασία του "stupéfait"στα γαλλικά

stupéfait
01

κατάπληκτος, έκθαμβος

très surpris ou choqué au point d'être sans voix
stupéfait definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stupéfait
συγκριτικός βαθμός
plus stupéfait
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stupéfait
αρσενικό πληθυντικό
stupéfaits
θηλυκό ενικό
stupéfaite
θηλυκό πληθυντικό
stupéfaites
Παραδείγματα
Il est resté stupéfait devant l' ampleur du projet.
Παραμένει κατάπληκτος μπροστά στο μέγεθος του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store