Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stupéfait
01
κατάπληκτος, έκθαμβος
très surpris ou choqué au point d'être sans voix
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stupéfait
συγκριτικός βαθμός
plus stupéfait
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stupéfait
αρσενικό πληθυντικό
stupéfaits
θηλυκό ενικό
stupéfaite
θηλυκό πληθυντικό
stupéfaites
Παραδείγματα
Il est resté stupéfait devant l' ampleur du projet.
Παραμένει κατάπληκτος μπροστά στο μέγεθος του έργου.



























