stressé
stressé
stʁɛse
strese
presserbaisserdresserblesser

Ορισμός και σημασία του "stressé"στα γαλλικά

01

αγχωμένος, τεταμένος

qui est anxieux ou préoccupé par quelque chose 
stressé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stressé
συγκριτικός βαθμός
plus stressé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stressé
αρσενικό πληθυντικό
stressés
θηλυκό ενικό
stressée
θηλυκό πληθυντικό
stressées
Παραδείγματα
Je suis stressé avant l'examen. 

Είμαι αγχωμένος πριν από την εξέταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store