Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le stockage
01
αποθήκευση, αποθήκευση
action de conserver des objets, des données ou des ressources pour une utilisation future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le stockage des aliments doit se faire dans un endroit frais.
Η αποθήκευση των τροφίμων πρέπει να γίνεται σε δροσερό μέρος.



























