Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La strangulation
01
action d'étrangler quelqu'un ou quelque chose, empêchant la respiration
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a survécu à une tentative de strangulation.
Λεξικό Δέντρο
strangulation
strangulate



























