Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimuler
01
provoquer, renforcer ou encourager une activité, une réaction, un intérêt ou une énergie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
stimulant
παθητική μετοχή
stimulé
Παραδείγματα
Les boissons protéinées peuvent stimuler la croissance musculaire.



























