Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le statut
01
κατάσταση, θέση
situation reconnue par la loi, la société ou une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
statuts
Παραδείγματα
Le statut social influence les relations.
Η κοινωνική κατάσταση επηρεάζει τις σχέσεις.
02
κατάσταση, θέση
information partagée pour indiquer une activité, une pensée ou une situation
Παραδείγματα
Le statut disparaît après vingt-quatre heures.
Η κατάσταση εξαφανίζεται μετά από είκοσι τέσσερις ώρες.



























