Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stabilité
01
σταθερότητα, στερεότητα
état de ce qui ne change pas, qui reste ferme ou constant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La stabilité politique est essentielle pour le pays.
Η πολιτική σταθερότητα είναι απαραίτητη για τη χώρα.



























