Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stabilité
[gender: feminine]
01
σταθερότητα, στερεότητα
état de ce qui ne change pas, qui reste ferme ou constant
Παραδείγματα
La stabilité émotionnelle est importante pour la santé mentale.
Η συναισθηματική σταθερότητα είναι σημαντική για την ψυχική υγεία.



























