Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stabiliser
01
σταθεροποιώ, εδραιώνω
rendre stable, arrêter les mouvements ou fluctuations d'un objet ou d'un système
Παραδείγματα
Les ingénieurs ont stabilisé la structure du pont après les secousses.
Οι μηχανικοί σταθεροποίησαν τη δομή της γέφυρας μετά τους σεισμούς.
02
σταθεροποιώ, σταθεροποιούμαι
devenir stable, rester constant ou ne plus subir de variations importantes
Παραδείγματα
Les prix se stabilisent après des fluctuations importantes.
Οι τιμές σταθεροποιούνται μετά από σημαντικές διακυμάνσεις.
03
σταθεροποιώ, διατηρώ σε σταθερή κατάσταση
maintenir quelque chose dans un état constant ou durable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
stabilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
stabilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
stabiliserai
ενεστώτα μετοχή
stabilisant
παθητική μετοχή
stabilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
stabilisions
Παραδείγματα
Ils veulent stabiliser les relations commerciales avec les partenaires étrangers.
Θέλουν να σταθεροποιήσουν τις εμπορικές σχέσεις με τους ξένους εταίρους.



























