Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stabiliser
01
σταθεροποιώ, εδραιώνω
rendre stable, arrêter les mouvements ou fluctuations d'un objet ou d'un système
Παραδείγματα
Le pilote a stabilisé l'avion après la turbulence.
Ο πιλότος σταθεροποίησε το αεροπλάνο μετά την αναταραχή.
02
σταθεροποιώ, σταθεροποιούμαι
devenir stable, rester constant ou ne plus subir de variations importantes
Παραδείγματα
La température se stabilise après plusieurs heures.
Η θερμοκρασία σταθεροποιείται μετά από αρκετές ώρες.
03
σταθεροποιώ, διατηρώ σε σταθερή κατάσταση
maintenir quelque chose dans un état constant ou durable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
stabilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
stabilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
stabiliserai
ενεστώτα μετοχή
stabilisant
παθητική μετοχή
stabilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
stabilisions
Παραδείγματα
L'entreprise cherche à stabiliser ses revenus.
Η εταιρεία επιδιώκει να σταθεροποιήσει τα έσοδά της.



























