Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stabilisation
01
σταθεροποίηση, εδραίωση
action de rendre quelque chose stable ou constant, ou état de ce qui est devenu stable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
stabilisations
Παραδείγματα
La stabilisation de la structure du bâtiment a été réalisée après le tremblement de terre.
Η σταθεροποίηση της δομής του κτιρίου πραγματοποιήθηκε μετά τον σεισμό.
02
εδραίωση, σταθεροποίηση
action de renforcer ou de rendre quelque chose ferme, solide ou assuré
Παραδείγματα
La stabilisation des prix du marché contribue à la confiance des consommateurs.
Η σταθεροποίηση των τιμών της αγοράς συμβάλλει στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Λεξικό Δέντρο
stabilisation
stabile



























