Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stabilisation
01
σταθεροποίηση, εδραίωση
action de rendre quelque chose stable ou constant, ou état de ce qui est devenu stable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
stabilisations
Παραδείγματα
La stabilisation de l'économie est une priorité pour le gouvernement.
Η σταθεροποίηση της οικονομίας είναι προτεραιότητα για την κυβέρνηση.
02
εδραίωση, σταθεροποίηση
action de renforcer ou de rendre quelque chose ferme, solide ou assuré
Παραδείγματα
La stabilisation des fondations a été nécessaire après les inondations.
Η σταθεροποίηση των θεμελίων ήταν απαραίτητη μετά τις πλημμύρες.
Λεξικό Δέντρο
stabilisation
stabile



























