spécialisé
spéc
spes
spes
ia
ja
ya
lisé
lize
lize

Ορισμός και σημασία του "spécialisé"στα γαλλικά

spécialisé
01

ειδικευμένος, εξειδικευμένος

qui concerne un domaine particulier et requiert des connaissances ou compétences spécifiques 
spécialisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
spécialisé
αρσενικό πληθυντικό
spécialisés
θηλυκό ενικό
spécialisée
θηλυκό πληθυντικό
spécialisées
Παραδείγματα
Il suit une formation spécialisée en cardiologie. 

Ακολουθεί ειδικευμένη κατάρτιση στην καρδιολογία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store