sphérique
sphérique
sfeʁɪk
sferik
colériquegénériquethéoriquedominique

Ορισμός και σημασία του "sphérique"στα γαλλικά

sphérique
01

σφαιρικός, σφαιροειδής

qui a la forme d'une sphère, parfaitement rond en trois dimensions 
sphérique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sphérique
συγκριτικός βαθμός
plus sphérique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sphérique
αρσενικό πληθυντικό
sphériques
θηλυκό ενικό
sphérique
θηλυκό πληθυντικό
sphériques
Παραδείγματα
La Terre est une forme sphérique légèrement aplatie aux pôles. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store