Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sphérique
01
σφαιρικός, σφαιροειδής
qui a la forme d'une sphère, parfaitement rond en trois dimensions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sphérique
συγκριτικός βαθμός
plus sphérique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sphérique
αρσενικό πληθυντικό
sphériques
θηλυκό ενικό
sphérique
θηλυκό πληθυντικό
sphériques
Παραδείγματα
La Terre est une forme sphérique légèrement aplatie aux pôles.



























