Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le spectateur
01
θεατής, κοινό
personne qui assiste à un spectacle, un film, un événement ou une représentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
spectateurs
αρσενικό ενικό
spectateur
θηλυκό ενικό
spectatrice
neutral form
public
Παραδείγματα
Les spectateurs applaudissent à la fin de la pièce.
Οι θεατές χειροκροτούν στο τέλος της παράστασης.
LanGeek



























