le spectateur
Pronunciation
/spɛktatœʀ/

Ορισμός και σημασία του "spectateur"στα γαλλικά

Le spectateur
[gender: masculine]
01

θεατής, κοινό

personne qui assiste à un spectacle, un film, un événement ou une représentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
spectateurs
Παραδείγματα
Les spectateurs regardent attentivement la représentation.
Οι θεατές παρακολουθούν προσεκτικά την παράσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store