Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le spectacle
01
παράσταση, θέαμα
représentation artistique ou divertissante devant un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
spectacles
Παραδείγματα
Les acteurs répètent pour le spectacle de ce soir.
02
θέαμα, θέα
ce qui attire le regard par son caractère impressionnant ou inhabituel
Παραδείγματα
La foule en colère créait un spectacle chaotique.
Το θυμωμένο πλήθος δημιουργούσε ένα χαοτικό θέαμα.



























