Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le spasme
[gender: masculine]
01
σπασμός, κράμπα
contraction involontaire et soudaine d'un muscle ou d'un groupe de muscles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
spasmes
Παραδείγματα
Un spasme musculaire peut durer quelques secondes ou plusieurs minutes.
Ένας μυϊκός σπασμός μπορεί να διαρκέσει λίγα δευτερόλεπτα ή αρκετά λεπτά.



























