Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sous-entendu
[gender: masculine]
01
υπαινιγμός, εννόηση
une remarque ou une idée exprimée de manière indirecte, souvent pour critiquer ou suggérer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sous-entendus
Παραδείγματα
Il y avait un sous-entendu dans ses paroles que personne n' a compris.
Υπήρχε μια υπαινιγμός στα λόγια του που κανείς δεν κατάλαβε.
sous-entendu
01
υπαινικτικός, υπονοούμενος
exprimé de manière implicite, sans être dit directement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sous-entendu
συγκριτικός βαθμός
plus sous-entendu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sous-entendu
αρσενικό πληθυντικό
sous-entendus
θηλυκό ενικό
sous-entendue
θηλυκό πληθυντικό
sous-entendues
Παραδείγματα
Le texte laisse un sens sous-entendu que le lecteur doit comprendre.
Το κείμενο αφήνει μια υπονοούμενη σημασία που ο αναγνώστης πρέπει να κατανοήσει.



























