Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sourire
01
χαμογελώ
former un sourire avec les lèvres pour montrer la joie ou l'amitié
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
souris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sourions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sourirai
ενεστώτα μετοχή
souriant
παθητική μετοχή
souri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
souriions
Παραδείγματα
Elle sourit à chaque fois qu'elle le voit.
Χαμογελά κάθε φορά που τον βλέπει.
02
αρέσω, ελκύω
plaire ou être agréable à quelqu'un
Παραδείγματα
Ce style de robe me sourit beaucoup.
Αυτό το στυλ φόρεμα μου χαμογελά πολύ.
03
ευνοώ, χαμογελώ
manifester de la bienveillance ou de la faveur de manière figurée
Παραδείγματα
Le destin lui a souri après de longues difficultés.
Η μοίρα χαμογέλασε σε αυτόν μετά από μεγάλες δυσκολίες.
Le sourire
01
χαμόγελο, γέλιο
mouvement des lèvres et du visage qui exprime la joie ou l'amitié
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sourires
Παραδείγματα
Son sourire illumine la pièce.
Το χαμόγελό της φωτίζει το δωμάτιο.



























