Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La soupe
01
σούπα, ζωμός
plat liquide et chaud, fait à base de légumes, viande ou poisson
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
soupes
Παραδείγματα
Elle prépare une soupe aux légumes.
Εκείνη ετοιμάζει μια σούπα λαχανικών.
02
λιωμένο χιόνι, λάσπη χιονιού
neige fondue, lourde et détrempée, souvent mêlée d'eau et de boue
Παραδείγματα
Après la pluie, la neige est devenue une vraie soupe.
Μετά τη βροχή, το χιόνι έγινε ένα πραγματικό σούπα.



























