Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soumettre
01
υποβάλλω, παρουσιάζω
présenter quelque chose à quelqu'un pour qu'il le reçoive, l'examine ou le juge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soumets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soumettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soumettrai
ενεστώτα μετοχή
soumettant
παθητική μετοχή
soumis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soumettions
Παραδείγματα
Il a soumis son rapport au directeur.
Υπέβαλε την έκθεσή του στον διευθυντή.



























