soumettre
sou
su
soo
mettre
mɛtʁ
metr

Ορισμός και σημασία του "soumettre"στα γαλλικά

soumettre
01

υποβάλλω, παρουσιάζω

présenter quelque chose à quelqu'un pour qu'il le reçoive, l'examine ou le juge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soumets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soumettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soumettrai
ενεστώτα μετοχή
soumettant
παθητική μετοχή
soumis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soumettions
Παραδείγματα
Il a soumis son rapport au directeur. 

Υπέβαλε την έκθεσή του στον διευθυντή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store