soulagé
sou
su
soo
lagé
laʒe
lazhe
soulager

Ορισμός και σημασία του "soulagé"στα γαλλικά

01

ανακουφισμένος, ηρεμημένος

qui ressent un sentiment de calme après une difficulté ou une douleur 
soulagé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus soulagé
συγκριτικός βαθμός
plus soulagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soulagé
αρσενικό πληθυντικό
soulagés
θηλυκό ενικό
soulagée
θηλυκό πληθυντικό
soulagées
Παραδείγματα
Je suis soulagé d'avoir fini mon examen. 

Νιώθω ανακούφιση που τελείωσα την εξέτασή μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store