Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soulagé
01
ανακουφισμένος, ηρεμημένος
qui ressent un sentiment de calme après une difficulté ou une douleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus soulagé
συγκριτικός βαθμός
plus soulagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soulagé
αρσενικό πληθυντικό
soulagés
θηλυκό ενικό
soulagée
θηλυκό πληθυντικό
soulagées
Παραδείγματα
Après la tempête, les habitants étaient soulagés.
Μετά την καταιγίδα, οι κάτοικοι ήταν ανακουφισμένοι.



























