souffrir
souff
suf
soof
rir
ʁiʁ
rir

Ορισμός και σημασία του "souffrir"στα γαλλικά

souffrir
01

υποφέρω, πόνω

ressentir une douleur corporelle 
souffrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
souffre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
souffrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
souffrirai
ενεστώτα μετοχή
souffrant
παθητική μετοχή
souffert
α΄ πληθυντικό παρατατικού
souffrions
Παραδείγματα
Il souffre d'une sciatique depuis un mois. 

Υποφέρει από ισχιαλγία εδώ και ένα μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store