Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
souffrir
01
υποφέρω, πόνω
ressentir une douleur corporelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
souffre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
souffrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
souffrirai
ενεστώτα μετοχή
souffrant
παθητική μετοχή
souffert
α΄ πληθυντικό παρατατικού
souffrions
Παραδείγματα
Il souffre d'une sciatique depuis un mois.
Υποφέρει από ισχιαλγία εδώ και ένα μήνα.



























