souffrir
Pronunciation
/sufʀiʀ/

Ορισμός και σημασία του "souffrir"στα γαλλικά

souffrir
01

υποφέρω, πόνω

ressentir une douleur corporelle
souffrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
souffre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
souffrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
souffrirai
ενεστώτα μετοχή
souffrant
παθητική μετοχή
souffert
α΄ πληθυντικό παρατατικού
souffrions
Παραδείγματα
Ce patient souffre de douleurs neuropathiques.
Αυτός ο ασθενής υποφέρει από νευροπαθητικούς πόνους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store