Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soucieux
01
qui se fait du souci, qui est inquiet
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
soucieux
θηλυκό ενικό
soucieuse
θηλυκό πληθυντικό
soucieuses
Παραδείγματα
Une personne généreuse est soucieuse des besoins des autres.



























