Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sort
01
le destin ou la destinée d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sort de la ville dépendra des décisions du maire.
02
ξόρκι, μαγεία
un charme ou une formule magique destinée à produire un effet
Παραδείγματα
Le livre contient des sorts anciens et puissants.
Το βιβλίο περιέχει αρχαία και ισχυρά ξόρκια.



























