Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sonnette
01
κουδούνι, κουδούνι πόρτας
petit dispositif que l'on actionne pour produire un signal sonore, notamment à l'entrée d'une maison ou d'un appartement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sonnettes
Παραδείγματα
Il a sonné à la sonnette.
Χτύπησε στο κουδούνι.



























