Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sollicitation
01
πρόκληση, προσβολή
action de provoquer le désir ou la tentation de faire quelque chose, souvent quelque chose de défendu
Παραδείγματα
La sollicitation des réseaux sociaux peut distraire les étudiants.
Ο πειρασμός των κοινωνικών δικτύων μπορεί να αποσπά την προσοχή των φοιτητών.
02
αίτηση, παράκληση
action de demander quelque chose avec insistance ou politesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sollicitations
Παραδείγματα
J' ai envoyé ma sollicitation au service compétent.
Έστειλα το αίτημα μου στην αρμόδια υπηρεσία.



























