Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soi-disant
01
υποτίθεται, αυτοαποκαλούμενος
selon ce que la personne affirme elle-même
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il est soi-disant expert en informatique.
Είναι υποτιθέμενος ειδικός στην πληροφορική.
soi-disant
01
ονομαζόμενος, υποτιθέμενος
présenté comme vrai mais souvent faux ou douteux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soi-disant
αρσενικό πληθυντικό
soi-disants
θηλυκό ενικό
soi-disante
θηλυκό πληθυντικό
soi-disantes
Παραδείγματα
Le soi-disant expert n'a donné aucun conseil utile.
Ο υποτιθέμενος ειδικός δεν έδωσε καμία χρήσιμη συμβουλή.



























