Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La société
01
εταιρεία, κοινωνία
organisation qui exerce une activité économique, industrielle ou commerciale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sociétés
Παραδείγματα
Cette société emploie plus de 500 personnes.
Αυτή η εταιρεία απασχολεί περισσότερα από 500 άτομα.
02
κοινωνία, κοινότητα
ensemble des personnes formant une communauté avec des règles, des lois et des interactions sociales
Παραδείγματα
La violence dans la société inquiète les citoyens.
Η βία στην κοινωνία ανησυχεί τους πολίτες.



























