Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La société
01
εταιρεία, κοινωνία
organisation qui exerce une activité économique, industrielle ou commerciale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sociétés
Παραδείγματα
La société a lancé un nouveau produit cette année.
Η εταιρεία κυκλοφόρησε ένα νέο προϊόν φέτος.
02
κοινωνία, κοινότητα
ensemble des personnes formant une communauté avec des règles, des lois et des interactions sociales
Παραδείγματα
La société moderne est fortement influencée par la technologie.
Η σύγχρονη κοινωνία επηρεάζεται έντονα από την τεχνολογία.



























