Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sirène
01
γοργόνα, σειρήνα
créature mythologique mi-femme mi-poisson
Παραδείγματα
La sirène chantait pour attirer les marins.
Η γοργόνα τραγουδούσε για να προσελκύσει τους ναύτες.
02
σειρήνα, ηχητικός συναγερμός
appareil sonore d'alarme ou de signalisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sirènes
Παραδείγματα
La sirène d'alarme s'est déclenchée en pleine nuit.
Η σειρήνα του συναγερμού ενεργοποιήθηκε μέσα στη νύχτα.



























