Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sirène
[gender: feminine]
01
γοργόνα, σειρήνα
créature mythologique mi-femme mi-poisson
Παραδείγματα
Les légendes disent que certaines sirènes peuvent prédire l' avenir.
Οι θρύλοι λένε ότι μερικές σειρήνες μπορούν να προβλέψουν το μέλλον.
02
σειρήνα, ηχητικός συναγερμός
appareil sonore d'alarme ou de signalisation
Παραδείγματα
La sirène hurlante a surpris tout le quartier.
Η σειρήνα που ουρλιάζει εξέπληξε όλη τη γειτονιά.



























