Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sinistré
01
πληγείς από καταστροφή, θύμα καταστροφής
qui a subi un dommage, une catastrophe ou un désastre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sinistré
αρσενικό πληθυντικό
sinistrés
θηλυκό ενικό
sinistrée
θηλυκό πληθυντικό
sinistrées
Παραδείγματα
Les habitants sinistrés ont perdu leurs maisons dans l'inondation.
Οι πληγέντες κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους στην πλημμύρα.
Le sinistré
01
θύμα, πληγείς
personne qui a subi un dommage ou une catastrophe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sinistrés
Παραδείγματα
Les sinistrés ont été hébergés dans des centres temporaires.
Οι πληγέντες φιλοξενήθηκαν σε προσωρινά κέντρα.



























