Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sinistre
01
événement grave causant des dégâts matériels ou des pertes humaines
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sinistre a détruit plusieurs maisons du quartier.
LanGeek



























