Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sincère
01
ειλικρινής, ειδικός
qui dit ce qu'il pense vraiment, sans mentir ni cacher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sincère
συγκριτικός βαθμός
plus sincère
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sincère
αρσενικό πληθυντικό
sincères
θηλυκό ενικό
sincère
θηλυκό πληθυντικό
sincères
Παραδείγματα
C' est une excuse sincère, je le sens.
Είναι μια ειλικρινής συγγνώμη, το νιώθω.
02
ειλικρινής, γνήσιος
qui est vrai, profond et authentique
Παραδείγματα
Je lui ai adressé mes sincères félicitations.
Του απηύθυνα τις ειλικρινείς μου συγχαρητήρια.



























