sevrer
sev
sɛv
sev
rer
ʁe
re
serrer

Ορισμός και σημασία του "sevrer"στα γαλλικά

sevrer
01

απογαλακτίζω, απομακρύνω από το στήθος

habituer progressivement un bébé ou un jeune enfant à ne plus dépendre du lait maternel 
sevrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sèvre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sevrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sevrerai
παθητική μετοχή
sevré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sevrions
Παραδείγματα
La mère a commencé à sevrer son bébé à six mois. 

Η μητέρα άρχισε να απογαλακτίζει το μωρό της σε ηλικία έξι μηνών.

02

σταματώ, απεξαρτώ

arrêter progressivement une dépendance à une substance (tabac, alcool, médicaments, etc.) 
Παραδείγματα
Il a décidé de se sevrer du tabac. 

Αποφάσισε να σταματήσει το κάπνισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store