Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le seuil
01
κατώφλι, είσοδος
partie inférieure d'une porte ou d'une entrée, servant de passage entre l'intérieur et l'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
seuils
Παραδείγματα
Le chat dort toujours sur le seuil de la porte.
Η γάτα κοιμάται πάντα στο κατώφλι της πόρτας.
02
κατώφλι, όριο
limite, bord ou point de départ d'une surface, d'une situation ou d'un phénomène
Παραδείγματα
Le seuil de tolérance à la chaleur varie selon les individus.
Το όριο της αντοχής στη θερμότητα ποικίλλει ανάλογα με τα άτομα.



























