Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La serviabilité
01
εξυπηρετικότητα, καλοσύνη
gentillesse et attention envers les autres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La serviabilité de sa voisine lui a facilité la vie.
Η ευχάριστη συμπεριφορά της γειτόνισσάς της της έκανε τη ζωή πιο εύκολη.



























