la serviabili
serv
sɛʁv
σερβ
ia
ja
γα
bi
bi
μπι
li
li
λι
te
τε
disqualifierproductivitédéséquilibrénationaliser

Ορισμός και σημασία του "serviabilité"στα γαλλικά

La serviabilité
01

εξυπηρετικότητα, καλοσύνη

gentillesse et attention envers les autres 
la serviabilité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La serviabilité de sa voisine lui a facilité la vie. 

Η ευχάριστη συμπεριφορά της γειτόνισσάς της της έκανε τη ζωή πιο εύκολη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store