Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La serpillière
01
σφουγγαρίστρα, πατσαβούρα
tissu ou outil utilisé pour nettoyer le sol en le frottant, souvent avec de l'eau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
serpillières
Παραδείγματα
Il est important de bien laver la serpillière après usage.
Είναι σημαντικό να πλένετε καλά τη σφουγγαρίστρα μετά τη χρήση.
02
αδύναμος, δειλός
terme familier pour désigner une personne faible, sans énergie ou sans caractère
Παραδείγματα
Il se laisse toujours marcher dessus, c' est une vraie serpillière.
Πάντα αφήνει τους άλλους να τον πατάνε, είναι ένα πραγματικό σκουπάδι.



























