la semence
Pronunciation
/s(ə)mɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "semence"στα γαλλικά

01

σπόρος, κόκκος

petite partie d'une plante utilisée pour produire une nouvelle plante
la semence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
semences
Παραδείγματα
Les oiseaux mangent souvent les semences tombées au sol.
Τα πουλιά τρώνε συχνά τους σπόρους που έπεσαν στο έδαφος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store