la semelle
se
σα
melle
mɛl
μελ
selle

Ορισμός και σημασία του "semelle"στα γαλλικά

01

σόλα, ενδοσόλα

partie inférieure de la chaussure qui est en contact avec le sol 
la semelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
semelles
Παραδείγματα
La semelle de ses chaussures est usée. 

Η σόλα των παπουτσιών του είναι φθαρμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store