Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sembler
01
φαίνομαι, μοιάζω
donner une impression ou une apparence, être perçu d'une certaine façon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
semble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
semblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
semblerai
ενεστώτα μετοχή
semblant
παθητική μετοχή
semblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
semblions
Παραδείγματα
Tu sembles sûr de ta décision.
Φαίνεσαι σίγουρος για την απόφασή σου.



























