sembler
sembler
sɑ̃ble
saable

Ορισμός και σημασία του "sembler"στα γαλλικά

sembler
01

φαίνομαι, μοιάζω

donner une impression ou une apparence, être perçu d'une certaine façon 
sembler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
semble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
semblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
semblerai
ενεστώτα μετοχή
semblant
παθητική μετοχή
semblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
semblions
Παραδείγματα
Il semble fatigué après la réunion. 

Φαίνεται κουρασμένος μετά τη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store