le scooter
scoo
sku
skoo
ter
tɛʁ
ter
shooter

Ορισμός και σημασία του "scooter"στα γαλλικά

01

σκούτερ, μοτοσυκλέτα

véhicule à deux roues, semblable à une petite moto, facile à conduire en ville 
le scooter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
scooters
Παραδείγματα
Il se déplace en scooter pour éviter les embouteillages. 

Μετακινείται με σκούτερ για να αποφύγει τις κυκλοφοριακές συμφορήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scooter
scoot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store