Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
savourer
01
απολαμβάνω, γευομαι
goûter lentement et avec plaisir pour apprécier un goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
savoure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
savourons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
savourerai
ενεστώτα μετοχή
savourant
παθητική μετοχή
savouré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
savourions
Παραδείγματα
Elle savoure son café chaque matin.
Αυτή απολαμβάνει τον καφέ της κάθε πρωί.



























