Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
savonner
01
σαπουνίζω, πλένω με σαπούνι
nettoyer ou laver avec du savon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
savonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
savonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
savonnerai
παθητική μετοχή
savonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
savonnions
Παραδείγματα
Elle savonne soigneusement les assiettes avant de les rincer.
Σαπουνίζει τα πιάτα προσεκτικά πριν τα ξεβγάλει.
02
σαπουνίζομαι, πλένω το σώμα μου με σαπούνι
se laver le corps avec du savon
Παραδείγματα
Je me savonne sous la douche chaque matin.
Σαπουνίζομαι κάτω από το ντους κάθε πρωί.
03
μαλώνω, επικρίνω
réprimander sévèrement, faire des reproches
Παραδείγματα
Son patron l'a savonné pour son retard.
Ο προϊστάμενός της την επέπληξε για την καθυστέρησή της.



























