Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
savonner
01
σαπουνίζω, πλένω με σαπούνι
nettoyer ou laver avec du savon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
savonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
savonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
savonnerai
παθητική μετοχή
savonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
savonnions
Παραδείγματα
Il savonne le chien avec un shampoing spécial.
Αυτός σαπουνίζει το σκυλί με ένα ειδικό σαμπουάν.
02
σαπουνίζομαι, πλένω το σώμα μου με σαπούνι
se laver le corps avec du savon
Παραδείγματα
Nous nous savonnons avec ce nouveau gel douche parfumé.
Σαπουνιζόμαστε με αυτό το νέο αρωματικό γέλ ντους.
03
μαλώνω, επικρίνω
réprimander sévèrement, faire des reproches
Παραδείγματα
Ne me savonne pas, je sais que j' ai fait une erreur.
Μην με μαλώνεις, ξέρω ότι έκανα λάθος.



























